Ιούν 10 2016

ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΛΙΒΕΡΕΤΟΣ(1947-1977)

Published by

1):ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΛΙΒΕΡΕΤΟΣ.. M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ(AEOLIAN WIND) 29/1/1977 ριο ντε τζανειρο-βραζιλια.. ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ

Panagiwtis-Liveretos-225x300

images-1

ο Παναγιωτης Ε. Λιβερετος γεννηθηκε το 1947 στην κεφαλλονια. στο στρατο αρνειται να συμμετασχει στην πατριωτικη παρελαση της 21ης απριλη και καταδικαζεται σε τριμηνη φυλακιση. κλεινεται στις φυλακες του επταπυργιου θεσσαλονικης. στις 10 μαιου 1977 γινεται δικη για τον ξυλοδαρμο του δικηγορου των εφοπλιστων παναγιωτη βρεττου απο τον Λιβερετο. ο Λιβερετος καταδικαζεται σε δυο χρονια φυλακη και οδηγειται στις φυλακες κορυδαλλου. στη διαρκεια της φυλακισης του,κανει 15 μερες απεργια πεινας. ο αναρχικος Παναγιωτης Ε. Λιβερετος εβαλε τερμα στη ζωη του στις 22 αυγουστου 1977,αυτοπυρπολειται στην ταρατσα του σπιτιου του στο μπραχαμι,σε ηλικια 30 ετων. ο αναρχικος Παναγιωτης Ε. Λιβερετος συμμετειχε στην εξεγερση στο ελληνικο πλοιο(Aeolian Wind). στις 29 γεναρη 1977 στο λιμανι του ριο ντε τζανειρο,το πληρωμα του πλοιου το κηρυξε κοινωνικη περιουσια των εργαζομενων. οι ναυτικοι που συμμετεχουν στην εξεγερση παιρνουν τον ελεγχο του πλοιου,αρνουνται την εξουσια του πλοιαρχου και των αρχων,αναλαμβανουν την διαχειριση της τροφοδοσιας και αρχιζουν να αυτοοργανωνονται. κατεβαζουν την ελληνικη σημαια και υψωνουν πανο με το οποιο μετονομαζουν το πλοιο σε M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ. η εξεγερση του πληρωματος αντιμετωπιστηκε με τη βιαιη επιθεση της στρατιωτικης αστυνομιας της βραζιλιανικης χουντας εναντια στους εξεγερμενους. οι εξεγερμενοι ναυτικοι αιχμαλωτιζονται την 1η φλεβαρη 1977 και οδηγουνται στα κρατητηρια οπου για εξη μερες ανακρινονται και βασανιζονται απο τα κρατικα κτηνη. στις 7 φλεβαρη οι κρατουμενοι αρχιζουν απεργια πεινας. και ο προξενος αναγκαζεται να υποχωρησει και να τους στειλει στην ελλαδα στις 10 φλεβαρη 1977 και διακοπτουν την απεργια πεινας.

 

2):Παναγιώτης Ε. Λιβερέτος(1947-1977). Συμμετειχε της εξέγερσης στο (Aeolian Wind), διώχθηκε και αυτοπυρπολήθηκε στην ταράτσα του σπιτιού του το 1977.

Το χρονικό μιας μοναδικής στην ιστορία της ελληνικής ναυτιλίας απεργίας στο Aeolian Wind μέσα από μία άγνωστη συνέντευξη του Κεφαλονίτη επαναστάτη Παναγιώτη Ε. Λιβερέτου στην εφημερίδα Οδόφραγμα (Μάης 1977). Η συνέντευξη είχε δοθεί ανώνυμα λόγω της επικείμενης δίκης του Παναγιώτη Λιβερέτου στον Πειραιά με την κατηγορία της επίθεσης κατα του δικηγόρου της εταιρείας. Τρείς μήνες μετά την καταδίκη του σε δύο χρόνια φυλάκιση και παρ’ όλο το συμβιβασμό με το δικηγόρο που οδήγησε στην αποφυλάκισή του, ο Παναγιώτης Ε. Λιβερέτος έβαλε τέρμα στη ζωή του στις 22 Αυγούστου του 1977. Στην παρακάτω συνέντευξη, όπου μνημονεύεται ως Β’ μηχανικός, πρόκειται για τον ίδιο.

Ποιά κατάσταση επικρατούσε στο καράβι πριν την απεργία και ποιά ήταν τα αιτηματά σας ;

Η κατάσταση στο βαπόρι ήταν κατά κάποιο τρόπο δραματική, και προ πάντων σε ό,τι αφορούσε την τροφοδοσία. Υπήρχαν σάπια κρέατα και βασικά όλα τα τρόφιμα ήταν κατεψυγμένα, ενώ ένας αστικός νόμος λέει ότι ειδικά στο λιμάνι πρέπει να είναι φρέσκα. Βρισκόμασταν στη Βραζιλία 20 μέρες και δεν είχε μπεί τίποτα φρέσκο στο βαπόρι, ούτε κρέας, ούτε φρούτα, απολύτως τίποτα.

Γενικότερα, μπορούμε να πούμε ότι πουθενά, σε κανένα από τα 5000 ελληνικά βαπόρια, δεν εφαρμόζεται πραγματικά το «μενού» που έχουμε κατακτήσει με αγώνες. ‘Ετσι όπως έχει καθιερωθεί, αυτό το «μενού» προσαρμόζεται μάλιστα στα διάφορα κλίματα, εύκρατα, τροπικά, κλπ. Κάνοντας όμως αυτήν την παραχώρηση, το κράτος πρόβλεψε και τα σχετικά παραθυράκια για τη μη εφαρμογή του. Σύμφωνα με το νόμο, μοναδικοι υπεύθυνοι για το αν τηρείται η όχι το μενού είναι ο πρόξενος κι ο λιμενάρχης. Ποτέ όμως δεν τους βλέπουμε να επεμβαίνουν, και στη συγκεκριμένη υπόθεση του Aeolian, παρ’ όλο που η τροφοδοσία ήταν άθλια, παρ’ όλο που τρώγαμε σάπια κρέατα, στην πραγματογνωμοσύνη που έκανε ο πρόξενος αναφέρεται ότι όχι μόνο τρώγαμε σύμφωνα με το μενού, αλλά και καλύτερα !

‘Οχι μόνο δεν εφαρμόζεται το μενού, αλλά κι αν κάποιος ζητήσει την εφαρμογή του, το αργότερο σε τρείς μέρες θα πρέπει να φύγει από το καράβι. Ο καπετάνιος, σε συνεργασία με τους πρόξενους και τους προξενικούς λιμενάρχες θα βρεί έναν τρόπο, θα ψάξει στον κανονισμό εσωτερικής υπηρεσίας των βαποριών, που είναι βασικά ένας κανονισμός του πολεμικού ναυτικού, ο οποίος έχει εφαρμοστεί και στα εμπορικά βαπόρια. Σ’ αυτόν τον κανονισμό, θα ψάξουν να βρούν κάποιο άρθρο, κάποια παράβαση, θα βρούν και μερικούς ψευδομάρτυρες, κι εκεί που θα ζητήσεις να φας φρέσκο κρέας, θα βρεθείς κατηγορούμενος για στάση, για πειθαρχικό παράπτωμα και θα φύγεις. Η σημασία ενός ζητήματος σαν την τροφοδοσία φαίνεται καθαρά κι από το γεγονός ότι το 80% των ναυτικών υποφέρουν από στομαχικές παθήσεις, έκλκος στο στομάχι και στο δωδεκαδάχτυλο, κλπ.

Χώρια από το μενού, υπάρχει κι ένας κανονισμός που αφορά το πόσιμο νερό και που λέει ότι οι δεξαμενές πρέπει να επιθεωρούνται και να καθαρίζονται κάθε 6 μήνες. Μπορώ να πώ όμως, ότι σε όσα βαπόρια έχω κάνει, μπορεί να περάσουν και 4 και 5 χρόνια χωρίς να καθαριστούν. Βέβαια, ο καπετάνιος και η κλίκα της εξουσίας προμηθεύονται εμφιαλωμένο νερό, ενώ στο πλήρωμα δίνουν ένα νερό που με πολύ μεγάλη δυσκολία πίνεται.

‘Ενα άλλο θέμα, ίσως πιο σπουδαίο από την τροφοδοσία, είναι η ασφάλεια ναυσιπλοίας. Είναι τέτοια η δουλειά που ακόμα και οι αστικοί νόμοι προβλέπουν ότι μέσα σε κάθε βαπόρι πρέπει να υπάρχουν σωσίβιες βάρκες για τις περιπτώσεις ναυαγίου, να υπάρχουν πυροσβεστικά μέσα για την περίπτωση πυρκαγιάς και τα φώτα ναυσιπλοίας ν’ ανάβουν κανονικά.

Στο Aeolian, οι βάρκες ήταν σε άθλια κατάσταση: η μία ήταν τρύπια, η μηχανοκίνητη δε λειτουργούσε, ζητούσσαμε ανταλλακτικά και δεν μας έδιναν. Δε λειτουργούσαν ούτε τα φώτα πορείας, ούτε τα πυροσβεστικά. Εδώ πρέπει να αναφερθώ σε κάτι πολύ σημαντικό. ‘Οταν χρειάζεται να γίνει μία επισκευή στο βαπόρι, ο εφοπλιστής την κάνει μόνο αν πρόκειται για την κύρια μηχανή η τ’ αμπάρια. Την κύρια μηχανή την επισκευάζει για να τρέχει το βαπόρι πιο γρήγορα, και τ’ αμπάρια τα βάφει, τα επισκευάζει για να μπορεί να πάρει μεγαλύτερο φορτίο και να οικονομίσει περισσότερα. Για την ασφαλειά μας δεν φροντίζει καθόλου.

Το σπουδαίο στην όλη υπόθεση είναι ότι για την ασφάλεια ναυσιπλοίας, εμείς οι ναυτικοί δεν έχουμε πετύχει μέχρι τώρα να είμαστε εμείς που ελέγχουμε αν οι βάρκες, τα φώτα ναυσιπλοίας, οι πυροσβεστήρες είναι εντάξει. Και έχει ανατεθεί αυτός ο έλεγχος σε λιμενάρχες και σε πρόξενους που δεν κάνουν ποτέ μα ποτέ τίποτα. Δεν έχουμε συναντήσει περίπτωση λιμενάρχη η πρόξενου που να έχει απαγορεύσει σε βαπόρι να ταξιδέψει επειδή είναι τρύπια η βάρκα.

Στις δίκες που είχαμε τελευταία, και συγκεκριμένα από το πειθαρχικό συμβούλιο του υπουργείου Εμπορικής Ναυτιλίας, μας έγινε η εξής ερώτηση: «Λέτε ότι δεν είχε το βαπόρι φώτα πορείας, λέτε ότι δεν είχε πυροσβεστήρες, ότι το βαπόρι δεν ήταν εντάξει. Το βαπόρι όμως είχε πιστοποιητικά, κάποιοι είχαν υπογράψει, δηλ. οι πρόξενοι και οι λιμενάρχες. Τους απαντήσαμε ότι «ασφαλώς και το «Ηράκλειο» που βυθίστηκε και είχε 100 ναυαγούς, είχε πιστοποιητικά». Προσωπικά, έχω δεί αυτούς τους ανθρώπους, είτε λέγονται πρόξενοι, είτε λιμενάρχες, ν’ ανεβαίνουν στο βαπόρι, να πηγαίνουν στην τραπεζαρία, στο σαλόνι του καπετάνιου, να πίνουνε μαζί κανένα ουζάκι, να τους δίνει κάποιο φάκελλο και να μην ελέγχουν απολύτως τίποτα.

Μίλησα μέχρι τώρα για το πρόβλημα τροφοδοσίας και ναυσιπλοίας. Μένει να πω μερικά πράγματα και για το πρόβλημα της μισθοδοσίας. Από τον Πειραιά, ξεκαθαρίζουμε το βασικό μισθό. Υπάρχουν όμως υπερωρίες και έξτρα αμοιβές για επισκευές, γιατί ειδικά εμείς του πληρώματος δεν είμαστε μόνο για την κίνηση του βαποριού, αλλά μας έχουν φορτώσει κι ένα σωρό επισκευές που σ’ άλλες ναυτιλίες γίνονται από συνεργεία. ενώ στις ελληνικές τις κάνουμε εμείς οι ίδιοι. Αυτό το θέμα υποτίθεται ότι κανονίζεται με ελεύθερη συμφωνία πληρώματος-πλοιάρχου. Αλλά στην ουσία αποτελεί ένα πεδίο διαρκούς σύγκρουσης ανάμεσα στους ναυτικούς που ζητάνε να πληρώνονται καλά αυτές οι δουλειές και στον καπετάνιο που φροντίζει να κάνει οικονομικά τη δουλειά του, και καλλιεργεί γι’ αυτό τη διάσπαση: διάσπαση ανάμεσα σε ‘Ελληνες κι αλλοδαπούς ναυτικούς, ανάμεσα σε Γ’ και Β’ μηχανικό, κλπ.

Στο Aeolian, υπήρχαν μερικοί αλλοδαποί ναύτες. Πως εμφανίστηκε συγκεκριμένα το θέμα της ενότητας και της αλληλεγγύης ανάμεσα στους ναύτες διαφορετικών εθνικοτήτων;

Στην πλειοψηφία ήμασταν ‘Ελληνες. Υπήρχαν όμως 4-5 Τούρκοι, υπήρχαν Πακιστανοί και Ινδοί. Πρέπει να τονίσω ότι δεν χρειάσηκε καθόλου να τους πείσουμε. ‘Εβλεπαν όπως κι εμείς ότι ο καπετάνιος εξυπηρετούσε τα συμφέροντα του εφοπλισμού. Κι έτσι δέχτηκαν αμέσως την πρόταση που τους κάναμε για κοινό μέτωπο ενάντια στον κοινό εχθρό, δηλαδή τον εφοπλισμό που μας εκμεταλλεύεται όλους. Σε όλη τη διάρκεια του αγώνα κινητοποιήθηκαν δραστήρια, πολλοί απ’ αυτούς συνελλήφθηκαν και τώρα βρίσκονται και πάλι μαζί μας στις δίκες.

Μίλησες προηγουμένως για μία διαρκή σύγκρουση ανάμεσα στους ναυτικούς και τους εκπροσώπους του εφοπλισμού. Ωστόσο μία απεργία σε καράβι δεν είναι και τόσο συνηθισμένη μορφή αγώνα. Πως την αποφασίσατε και πως τη μεθοδεύσατε;

Αφού είχαμε δει όλα αυτά τα προβλήματα, αποφασίσαμε στη Βραζιλία, και συγκεκριμένα στο λιμάνι του Ρίο, να εξετάσουμε τι μπορούσαμε να κάνουμε για να λυθούν. Στις 28 Γενάρη, μαζευτήκαμε στην πρύμνη του βαποριού γύρω στα 25 άτομα. Σ’ αυτήν τη συγκέντρωση δε συμμετείχαν 4-5 που είχαν στενούς δεσμούς με τον εφοπλισμό, δηλαδή ο καπετάνιος, ο Β’ καπετάνιος, ο Α’ μηχανικός και ο καμαρότος. Εκεί εξετάσαμε το θέμα της τροφοδοσίας, της ασφάλειας, της μισθοδοσίας και γενικά κάθε θέμα που είχε σχέση με τη ζωή μας.

Το σπουδαιότερο που αποφασίσαμε ήταν ότι κανένας άλλος εκτός από μας δεν είχε το δικαίωμα να επεμβαίνει και να  καθορίζει το πως θα λύνονται τα προβληματά μας. ‘Αποψη όλων ήταν ότι από δω και πέρα, ειδικά η τροφοδοσία έπρεπε να ελέγχεται από μας, Δηλαδή να παραγγέλνουμε εμείς οι ίδιοι τρόφιμα και να φροντίζουμε για τη συντηρησή τους και για τα πάντα. ‘Οπως και στο θέμα της ασφάλειας, αποφασίσαμε να μην επιτρέψουμε σε λιμενάρχες και πρόξενους να παίζουν κορώνα-γράμματα με τη ζωή μας και αποφασίσαμε ότι μόνο εμείς θα είχαμε το δικαίωμα να ελέγχουμε.

Για να πετύχουμε όλους αυτούς τους στόχους, αποφασίσαμε να κάνουμε απεργία την επόμενη μέρα, 29 του μήνα. Και πράγματι, απεργήσαμε όλοι από την πρώτη στιγμή. Ο καπετάνιος και η κλίκα της εξουσίας προσπάθησαν να μας τρομοκρατήσουν αλλά ήμασταν τόσο δεμένοι μεταξύ μας που δεν κατάφεραν τίποτα. Το Σάββατο συνεχίσαμε την απεργία, κάναμε έλεγχο στις δεξαμενές πόσιμου νερού, στις αποθήκες και στα ψυγεία και απομακρύναμε  ο’τι ήταν άχρηστο. Ο καπετάνιος υποχρεώθηκε να παραγγείλει φρέσκα τρόφιμα όπως το απαιτούσαμε. Στη συνέχεια τα παραλάβαμε εμείς, αφού πρώτα τα ζυγίσαμε και υπογράψαμε την παραλαβή, για να αποφύγουμε τις λαδιές που γίνονται συνήθως, γιατί τίποτα δεν εμποδίζει έναν καπετάνιο να παραλάβει 70 κιλά κρέας και να γράψει ότι παρέλαβε 200. Κατόπι, απαιτήσαμε για να γυρίσουμε στη δουλειά, τις μπύρες που δικαιούμαστε, επειδή σύμφωνα με τη νομοθεσία, ο καθένας από μας δικαιούται δύο μπύρες τη μέρα. ‘Ετσι πήραμε επί πλέον και 40 κάσες μπύρες, που βέβαια δεν προλάβαμε να πιούμε.

Αυτές οι κατακτήσεις μπορεί να μη θεωρηθούν και πολύ μεγάλες, αλλά για μας η σημασία τους βρισκόταν κύρια στο γεγονός ότι για πρώτη φορά μπήκε ένα καυτό θέμα, δηλ.  το να παραλαβαίνουμε εμείς τα τρόφιμα, το να ελέγχουμε εμείς τα ψυγεία και τις αποθήκες τροφίμων, το να δουλεύουμε εμείς όπως θέλουμε. ‘Ετσι κάναμε τα πρώτα βήματα για να γίνουμε εμείς κύριοι στους χώρους δουλείας.

Τι μεσολάβησε ώστε ν’ αμφισβητηθεί αυτή η νίκη; Τι ρόλο έπαιξε ο πρόξενος που, ανάμεσα στ’ άλλα, σας κατηγορεί στις πρόσφατες δίκες και για στάση;

Ενώ έδειχνε να υποχωρεί μπροστά στην αποφασιστικοτητά μας, ο καπετάνιος έκανε την ίδια στιγμή επαφές με τον ‘Ελληνα πρόξενο του Ρίο, με το υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και με την εταιρεία στον Πειραιά. Προετοίμαζε έτσι την επιθεσή του. Και φθάνουμε στις 31 του μήνα. Το απόγευμα αυτής της μέρας αρχίζει κατά κάποιο τρόπο η επίθεση του εφοπλισμού. Συγκεκριμένα, στις 6 η ώρα, εμφανίζεται ο καπετάνιος με δύο αστυνομικούς και ειδοποιεί τον Β’ μηχανικό ότι σε πέντε λεπτά πρέπει να εγκαταλείψει το βαπόρι. Είχαμε φυσικά προβλέψει ότι αυτά που πετύχαμε, γα να τα κρατήσουμε, θα έπρεπε να αγωνιστούμε. Είχαμε προβλέψει ότι ήταν δυνατό να δεχτούμε μία επίθεση αυτού του είδους. Γιατί βασικά οι εφοπλιστές, όπως κι όλοι οι κεφαλαιοκράτες, όταν δεν μπορούν να περάσουν σε μία ολομέτωπη επίθεση ενάντια σε 25 άτομα, είναι φυσικό να προσπαθούν να διώξουν μερικούς για να πέσει το κίνημα.

‘Οταν όμως απαίτησαν από τον Β’ μηχανικό να εγκαταλείψει το βαπόρι, κινητοποιήθηκαν αμέσως όλοι οι συναδελφοί του που απεργούσαν, καταλάβαμε τους διαδρόμους και τη σκάλα του βαποριού, κι έτσι αναγκάσαμε τους δύο αστυνομικούς να εγκαταλείψουν αυτοί το βαπόρι. Την ίδια ώρα, κάτω από το βαπόρι, ήταν περίπου 20 ένοπλοι αστυνομικοί που προσπάθησαν ν’ ανέβουν. Σηκώσαμε όμως τη σκάλα και αποφύγαμε προς στιγμή τη σύλληψη.

Μετά απ’ αυτό, στις 11 το βράδυ, καταφθάνει κι ο έλληνας πρόξενος. Στην αρχή δεν δεχτήκαμε ν’ ανέβει στο βαπόρι για να κάνει διαπραγματεύσεις, για τον απλούστατο λόγο ότι ξέρουμε ξεκάθαρα πως υπερασπίζεται τα συμφέροντα του εφοπλισμού. Τελικά όμως τον αφήσαμε, αλλά όπως αποδείχτηκε, όπως φαίνεται και σήμερα στις δίκες, αυτός ήταν ο υπ’ αριθμόν ένα νεκροθάφτης μας. ‘Οταν λοιπόν ανέβηκε επάνω και αντιμετώπισε σχεδόν όλο το πλήρωμα ξεσηκωμένο ενάντια στον εφοπλισμό, αναγκάστηκε κι αυτός να δαγκώσει τη γλώσσα του και να  «αναγνωρίσει» ότι είναι δίκαια τα αιτηματά μας, ότι θα λυθούν, κλπ. Μας «συνέστησε ψυχραιμία» και «να πάμε να κοιμηθούμε ήρεμοι στα κρεβάτια μας». Πάνω σ’ αυτό, βέβαια, δεν ξεγέλασε κανέναν. Ξέραμε ότι προσπαθούσε να μας στείλει για ύπνο για να διευκολύνει το έργο της αστυνομίας, που έξω ετοιμαζόταν για το μεγάλο «ντου». Πράγματι, κατά τις 1 τη νύχτα, έφυγε ο πρόξενος από το  βαπόρι, και κατά τις 2.30 άρχισαν να καταφθάνουν πυροσβεστικά οχήματα και να στήνουν σκάλες στο βαπόρι, οπότε έγινε και η τελική επίθεση.

‘Εγινε γνωστός ο αγώνας σας στους Βραζιλιάνους εργάτες που δούλευαν στο λιμάνι;

Κατ’ αρχή, είχαμε την υποστήριξη των Βραζιλιάνων εργατών που δούλευαν πάνω στο βαπόρι, και που είδαν από κοντά τι συνέβαινε. Μάλιστα, στις φωτογραφίες που τράβηξε η βραζιλιάνικη αστυνομία, υπήρχαν σημαδεμένοι με βέλος μερικοί Βραζιλιάνοι εργάτες και μας ανέκριναν αργότερα συνέχεια για να τους ανακαλύψουν. Στο λιμάνι, όμως, επειδή ήταν κάπως αργά, και μας είχαν απομονώσει δυνάμεις της αστυνομίας μαζί με 40-50 ασφαλίτες με πολιτικά και οπλισμένους με αυτόματα, που πιστεύω πως θα ήταν το «ανφάν γκατέ» και το καλύτερο στήριγμα της Βραζιλιάνικης χούντας, η κινητοποίηση δεν μπόρεσε να πάρει έκταση. Νομίζω όμως ότι ο αγώνας μας πρέπει να είχε απήχηση στους Βραζιλιάνους εργάτες που βρίσκονταν εκεί. Εξ’ άλλου, είχαμε φροντίσει να βάλουμε και δύο πανώ πάνω στη σκάλα με τα συνθήματα «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και «Απεργούμε», μεταφρασμένα στα βραζιλιάνικα. Βέβαια, αν είχαμε μπορέσει να κρατήσει η απεργία αρκετές μέρες ακόμα, πιστεύω ότι θα υπήρχε μεγαλύτερη κινητοποίηση και συμπαράσταση των Βραζιλιάνων εργατών.

‘Οταν έγινε η επίθεση της Βραζιλιάνικης αστυνομίας, πως την αντιμετωπίσατε; Και πως καταφέρατε στη συνέχεια να γλυτώσετε από τα μπουντρούμια της χούντας;

Βλέποντας ότι κάθε λεπτό κατέφθαναν και καινούργιες δυνάμεις της αστυνομίας κι ‘οτι από στιγμή σε στιγμή θα είχαμε να αντιμετωπίσουμε την επιθεσή τους, συζητήσαμε στα γρήγορα διάφορες προτάσεις για το τι θα έπρεπε να κάνουμε. Μία πρόταση ήταν να αντιμετωπίσουμε δυναμικά τους αστυνομικούς για να μη μπορέσουν ν’ ανεβούν επάνω, η δεύτερη ήταν να παραδωθούμε αμέσως. Η τρίτη λύση, που φάνηκε και η πιο σωστή, ήταν να κρυφτούμε σε καλά σημεία, να κάνουμε συσκοτισμό του βαποριού, ώστε να μη μας συλλάβουν τη νύχτα και να έχουμε την επόμενη μέρα την υποστήριξη των Βραζιλιάνων λιμενεργατών και ναυτών. Αυτό κι έγινε. Μόλις οι πρώτοι έκαναν να ανέβουν πάνω στο βαπόρι, εμείς τρέξαμε κατευθείαν στις ηλεκτρομηχανές, τις σταματήσαμε, κάναμε συσκότιση και κρυφτήκαμε  σε πολλά σημεία του βαποριού, σε αμπάρια λόγου χάρη κι οι περισσότεροι στο μηχανοστάσιο.

Προς στιγμή, οι Βραζιλιάνοι αστυνομικοί βρέθηκαν σε αμηχανία και τους καθυστερήσαμε πολύ. ‘Αρχισαν την επίθεση στις 2.30 και ο τελευταίος συνελλήφθηκε στις 7 το πρωί μέσα σε μία δεξαμενή γεμάτη λάδια απ’ όπου έπλεε μόνο το κεφέλι του. Αλλά και πάλι θα μας είχαν πιάσει πολύ αργότερα αν δεν είχαν χρησιμοποιήσει, κι αυτοί με τη σειρά τους, ορισμένες μεθόδους αντάξιες αστυνομικών κι ιδιαίτερα Βραζιλιάνων αστυνομικών. ‘Οχι μόνο γιατί δέχτηκαν βοήθεια από πολεμικά βραζιλιάνικα πλοία -είμαστε και κοντά στο ναύσταθμο- που έριξαν τους προβολείς τους πάνω στο Aeolian. Αλλά το χειρότερο ήταν ότι όποιον συνελάμβαναν, και συνέλαβαν αμέσως ένα-δύο άτομα που δυστυχώς άκουσαν τον πρόξενο και πήγαν να κοιμηθούν, τον σάπιζαν κυριολεκτικά στο ξύλο και τον ανάγκαζαν να ομολογήσει τα πιθανά μέρη όπου κρυβόντουσαν οι άλλοι συνάδελφοι. Πρέπει να πω εδώ ότι κανένα από τα παιδιά αυτά δεν ήθελε φυσικά να καταδώσει τους συναδέλφους του, αλλά οι βασανισμοί ήταν τόσο τρομεροί -να σκεφτείς ότι  σ’ ένα συνάδελφο έσβυσαν και τσιγάρο πάνω στο χέρι του, ενώ όλους τους χρυπούσαν με γκλομπς ακόμα και στο κεφάλι- που κατάφεραν κατά τις 7 το πρωί να μας έχουν συλλάβει όλους. Τότε μας οδήγησαν  μπροστά στον καπετάνιο, ο οποίος κατέδιδε έναν-έναν αυτούς που θεωρούσε πρωτεργάτες και μας παρέδιδε στην αστυνομία. Δώδεκα από μας μπήκαν έτσι σε κλούβες, και μάλιστα στο πορτ-μπαγκάζ τους, που είναι φαίνεται για τους υπερβολικά επικίνδυνους, και μας οδήγησαν κατευθείαν στα κρατητήρια της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας της Βραζιλίας.

 

 

3):11/2δήλωση του Παναγιώτη Ε. Λιβερέτου(1947-1977) κατά την απεργία πείνας στις φυλακές Κορυδαλού

Δεν δεχόμαστε το χαρακτηρισμό «πολιτικός κρατούμενος».

«Είμαστε αιχμάλωτοι πολέμου ανάμεσα σε εξουσιαστές κι εξουσιαζόμενους,εκμεταλλευτές κι εκμεταλλευόμενους»..

(απο ΝΙΚΟΛΑ ΑΣΙΜΟ-ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ ΚΡΟΚΑΝΘΡΩΠΟΥΣ 1981-σελιδα 104)

 

4):ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΣΤΑΣΙΑΣΤΩΝ M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ(AEOLIAN WIND)

Τό καλύτερο θα ητανε νά προσπαθήσω νά φτάσω στήν απελευθερωμένη περιοχή καί νά βρω τούς μπαντονέρος. Ειναι σίγουρο οτι σύντομα θά μπορω νά κρατω οπλο. Ή χαρά μου θα’ναι νά σκοτώνω βασανιστές,χαφιέδες,καπιταλιστές,μπάσταρδους(ενοουσε ολους αυτους τους εξουσιαστες).

11/2/1977…

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΛΙΒΕΡΕΤΟΣ(1947-1977)(απο τα κρατητήρια της POLICIA MARITIMA- Federal Police ριο ντε τζανειρο-βραζιλια

 

5):πάλη γιά τήν πλήρη κοινωνική άπελευθέρωση

τα πλοια-τα βαπορια κοινωνική περιουσία των ναυτεργατων-των εργαζομενων.. Γιά εμας τούς έργάτες για ολους τούς έργαζόμενους γιά ολο το λαό υπάρχει μόνο μιά προοπτική,ή πάλη γιά τήν πλήρη κοινωνική άπελευθέρωση,γιά τήν κατάργηση κάθε μορφης εξουσίας. Αύτό μπορεί νά γίνει μέ τήν αύτόνομη όργάνωση κάθε κλάδου καί στή συνέχεια μέ τήν ίσότιμη συνεργασία ολων των άνθρώπων.. εναντια στο έφοπλιστικό κεφάλαιο,την κρατική έξουσία,τους λακέδες συνδικαλιστές.. ΤΗ ΝΙΚΗ ΤΗ ΦΕΡΝΕΙ Ο ΑΓΩΝΑΣ. Νά σηκώσουμε ολοι τίς γροθιές χρειάζεται. ΖΗΤΩ Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΩΝ ΝΑΥΤΕΡΓΑΤΩΝ.. οι ναυτεργατες να παρουμε τον ελεγχο των πλοιων,να αρνηθουμε την εξουσια των πλοιαρχων και των αρχων,να αυτοοργανωθουμε… (ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΛΙΒΕΡΕΤΟΣ 1947-1977).. (M/V ΟΥΛΡΙΚΕ ΜΑΙΝΧΟΦ(AEOLIAN WIND)29/1/1977 ριο ντε τζανειρο-βραζιλια)

 

6):Παναγιώτης Ε. Λιβερέτος

22 Aυγούστου του `77 στις 4 το πρωί…

…αυτοπυρπολείται στην ταράτσα του σπιτιού του. Στο συγκεκριμένο θέμα, θα αναδημοσιεύσουμε ντοκουμέντα από την διεθνή βιβλιοθήκη, με σκοπό να αναδείξουμε την ιστορία αυτή.

Ποιος ήταν όμως ο Παναγιώτης Λιβερέτος;

Γεννημένος το 1947 στην Κεφαλονιά, ο Παναγιώτης Λιβερέτος θα φοιτήσει στη Σχολή Εμπορικού Ναυτικού στην Κεφαλονιά.

Στο στρατό αρνούμενος να συμμετάσχει στην πατριωτική παρέλαση της 21ης Απριλίου, καταδικάζεται σε τρίμηνη φυλάκιση και κλείνεται στις φυλακές του Εφταπύργιου της Θεσσαλονίκης.

Εντάσσεται στο αναρχικό κίνημα τον Ιούλιο του 1976 μέσω της «Επιτροπής για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε». Όταν μια ομάδα μελών της επιτροπής συγκροτημένη πάνω στη βάση μιας κατ’ εξοχήν νομικίστικης υπεράσπισης και κατά συνέπεια τρομοκρατημένη μπροστά στις δραστηριότητες πού αναπτύσσονταν (διαδηλώσεις, κλείσιμο της οδού Πατησίων, επίθεση στους φασίστες στα Εξάρχεια, σύγκρουση με τα ΜΑΤ). Έτσι, υποσκάπτουν με πλήρη συνείδηση την ίδια την ύπαρξη της Επιτροπής, με μια σειρά αθέμιτων και ανεπίτρεπτων ενεργειών, που θα κορυφωθούν στη χωρίς έγκριση της συνέλευσης, συνέντευξη τύπου, όπου εν ονόματί της και ενάντια σε όλες τις αποφάσεις της, «καταδικάζουν» την πρακτική του Ρόλφ Πόλε. Η αυτοδιάλυσή της αποτελεί τετελεσμένο γεγονός. Ο Παναγιώτης Λιβερέτος θα συνεχίσει να συμμετέχει στις πενιχρές πλέον δραστηριότητες της «Ομάδας για την απελευθέρωση του γερμανού αγωνιστή Ρόλφ Πόλε», η οποία οργανώνει την τελευταία συγκέντρωση στα Προπύλαια.

Λίγο πριν φύγει για τα καράβια, αγωνιούσε να βγάλει μια αναρχική ναυτεργατική εφημερίδα. Η προσπάθειά του, παρόλο που είχε έτοιμο το υλικό, ναυάγησε. «Εφυγε για τα καράβια και τον χάσαμε για μερικούς μήνες. Από τις εφημερίδες μάθαμε για τη στάση στο «AEOLIAN WIND».

Συμμετέχει στις δύο οργανωτικές συναντήσεις των «ομάδων αναρχικών εργαζομένων» για την «Πρωτομαγιά Ενάντια στη Μισθωτή Εργασία» και στους βανδαλισμούς των «κουκουλοφόρων» για την εκτροπή της «Πρώτης Εθνικής Ενωτικής Πρωτομαγιάς» της ιερής συμμαχίας των ιδιοκτητών του προλεταριάτου.

Μέσα από ένα λαβύρινθο συνεχών διώξεων, που αρχίζει με τη στέρηση του ναυτικού φυλλαδίου για 30 μήνες από το Δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό μετά την έφεση «υπέρ του νόμου» από τον Υπουργό Ναυτιλίας Παπαδόγκονα, θα καταλήξει στις φυλακές Κορυδαλλού, καταδικασμένος σε δύο χρόνια φυλακή «δι’ απρόκλητον και εν ψυχρώ επίθεσιν» εναντίον του μαρξιστή δικηγόρου των πλοιοκτητών Παναγιωτη Βρεττού.

Δε θα πρέπει να παραλείψουμε να αναφερθούμε στο ρόλο που έπαιξαν στην εξόντωση του Λιβερέτου, οι μαρξιστικοί βόθροι του «Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά». Υπάρχει ενυπόγραφη καταγγελία δικηγόρων, όπου ανάμεσα στα άλλα αναφέρει ότι: «Την 10ην Μαΐου 1977 κατά την έκδίκασιν (…) παρίσταντο έξη μέλη τού Δ.Σ. τού Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιώς ο δε αντιπρόεδρος αύτού κ. Κυρ. Ρεσβάνης ορισθείς υπό του άνω Δ.Σ. ως υπερασπιστής του Παν. Βρεττού, ανέγνωσεν απόφασιν τού Δ.Σ. διά της οποίας εζητείτο η παραδειγματική τιμωρία του Παν. Λιβερέτου».

Μέσα στη φυλακή κάνει 15 μέρες απεργία πείνας. Συντάσσει ένα κείμενο σχετικά με αυτήν που πολυγραφείται από μια ομάδα αναρχικών συντρόφων του και κυκλοφορεί στην Αθήνα σε 2000 αντίτυπα. Στην έφεση ο δικηγόρος Βρεττός αναγκάζεται να έλθει σε συμβιβασμό μπροστά στο θόρυβο που δημιουργείται. Βγαίνοντας από τον Κορυδαλλό, τα πράγματα θα πάρουν πια δραματική τροπή. Η απόγνωσή του θα κορυφωθεί, όταν η οικονομική ανέχεια των ναυτεργατών συντρόφων του θα κατορθώσει αυτό που δεν κατόρθωσαν ούτε οι διώξεις ούτε οι βραζιλιάνοι κομμάντος: τη διασπορά τους. Έτσι, την εποχή που ο Λιβερέτος συνεχίζει να σέρνεται στα δικαστήρια και τις φυλακές, οι περισσότεροι σύντροφοι του έχουν μπαρκάρει, τσακισμένοι οικονομικά από την πολύμηνη παραμονή τους στην Αθήνα, βρίσκοντάς τον αναγκαστικά απομονωμένο. Είτε μιλάμε λοιπόν για αυτοκτονία, είτε για δολοφονία, θα πρέπει να ενοούμε το ίδιο πράγμα…[…]

Ντοκουμέντο πρώτο:

Μ/V Ουλρίκε Μάινχοφ

Ανέκδοτο κείμενο του Παναγιώτη Λιβερέτου

Στις 31 Ιανουαρίου 1977, εμείς, το πλήρωμα του φορτηγού πλοίου M / V AEOLIAN WIND κηρύξαμε το πλοίο κοινωνική περιουσία των εργαζομένων. Η ενέργειά μας αυτή, είχε ένα σωρό αδυναμίες, που είχανε τη ρίζα τους σε μας τους ίδιους. Έτσι δεν είχαμε μπορέσει να καταλάβουμε πως το βαπόρι που εμείς δουλεύουμε και κινούμε, πρέπει στη συνέχεια να μας κάνει να ζούμε σαν ανθρωποι και όχι σαν δούλοι ή ρομπότ, έτσι που να μην είμαστε κάποια νούμερα που υπακούουν χωρίς αντίρρηση, και που μεταφέρουν όλο και πιο γρήγορα. Το βαπόρι έπρεπε να είναι δικό μας. Για μερικές μέρες, παρ’ όλες μας τις αδυναμίες στάθηκε δυνατό να καταλάβουμε το βαπόρι, να φτιάξουμε τις δικές μας επιτροπές απ’ όλους όσους πήραμε μέρος στην κατάληψη και να κάνουμε έλεγχο στις αποθήκες τροφίμων, στα ψυγεία και στις δεξαμενές πόσιμου νερού.

Όλες αυτές οι ενέργειές μας, τρόμαξαν στην κυριολεξία τα τσιράκια του Κεφάλαιου στο πλοίο. Το ότι κατάφεραν να χτυπήσουν το κίνημά μας στο καράβι, οφείλεται πέρα από τις δικές μας αδυναμίες στις καλές υπηρεσίες που πρόσφερε το Ελληνικό προξενείο του Ρίo στο Κεφάλαιο και η Βραζιλιάνικη Χούντα. Μια ολόκληρη νύχτα τα επίλεκτα σώματα της Βραζιλιάνικης στρατιωτικής αστυνομίας (ή αντίστοιχη ΕΣΑ), σώματα του Ναυτικού και κομμάντος, χτυπούσαν το βαπόρι μας. Τώρα στην Ελλάδα μας ταλαιπωρούν. Το YEN -όργανο του εφοπλισμού- μας στήνει τη μια δίκη πίσω από την άλλη…[…]

Παρ’ όλα αυτά, τίποτα δεν είναι ικανό να σβήσει από τη μνήμη το μήνυμα που στείλαμε στους ναυτεργάτες και στους εργάτες όλου του κόσμου:

Το βαπόρι είναι κοινωνική περιουσία των έργαζομένων.

Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη.

4-9-1976: Τα περισσότερα μέλη του πληρώματος που πήραμε μέρος στην κατάληψη του πλοίου ναυτολογηθήκαμε στον Πειραιά. Το πλοίο βρισκόταν σ’ ένα ντόκο επισκευών στη Δραπετσώνα. Η επισκευή του κράτησε περίπου δεκαπέντε μέρες κι όπως γίνεται συνήθως φροντίσανε μόνο ό,τι είχε να κάνει με την κίνησή του, δηλαδή αρκεί να δουλεύει η μηχανή του, για να κινείται. Για ό,τι είχε σχέση με τις ανέσεις και την ασφάλεια του πληρώματος, δεν έγινε τίποτα απολύτως. Το καπνιστήριο του πληρώματος και των αξιωματικών χάλια, ούτε μια καρέκλα όρθια, η τραπεζαρία του πληρώματος σε μαύρα χάλια, τα δάπεδα στις καμπίνες ερείπια. Για την ασφάλεια τα φώτα ανάγκης δεν άναβαν. Οι βάρκες ήταν σε άθλια κατάσταση, για τη μηχανοκίνηση ζητήσαμε ανταλλαχτικά και μας απάντησαν…ότι το εργοστάσιο έκλεισε. Τα φώτα πορείας – κλειδί για την ασφάλεια της ναυσιπλοΐας- δεν λειτουργούσαν, η αντλία πυρκαγιάς που βρίσκεται στο μηχάνημα πηδαλίου δεν δούλευε.

Και όμως, παρ’ όλες αυτές τις ελλείψεις το λιμεναρχείο έδωσε το O.K. και έτσι φύγαμε απ’ τον Πειραιά. Μετά από τρεις-τέσσερις μέρες ταξίδι φτάσαμε στην Ταραγκόνα της Ισπανίας. Στην Ταραγκόνα δεν μπήκε τίποτα φρέσκο στο βαπόρι. Ο καμαρώτος, τσιράκι των αφεντικών, προσπαθούσε να μας χορτάσει με χαμόγελα. Ταχτικά έστηνε αυτί και ό,τι άκουγε, έτρεχε και το έλεγε στον άλλο μπάσταρδο, τον καπετάνιο. Κάθε Σάββατο έπρεπε ν’ άλλάζει τα ρούχα, τις πετσέτες και τα σεντόνια. Πότε άλλαζε τα σεντόνια και ξεχνούσε τις πετσέτες, πότε το αντίθετο και πότε ξεχνούσε και τα δύο λόγω φόρτου εργασίας, όπως δικαιολογιόταν. Στην Ταραγκόνα, για να δικαιολογηθούν, καμαρώτος και καπετάνιος -ξέρανε το παραμύθι καλά- είπανε ότι δεν βρίσκανε τίποτα φρέσκο, γιατί ήτανε λέει περίοδος γιορτών (Χριστούγεννα- Πρωτοχρονιά) και όλα είχανε καταναλωθεί στην εσωτερική αγορά…ακόμα πολλά τρόφιμα έφευγαν για την Πορτογαλία, για να καλυφθούν οι ελλείψεις που δημιουργούσε ο επαναπατρισμός των χιλιάδων προσφύγων από τις πρώην πορτογαλικές αποικίες, ακόμα λίγο, έφταιγε και το γεγονός ότι η Ισπανία έκανε άνοιγμα προς τη δημοκρατία και έτσι ο νόμος και η τάξη κινδύνευαν και στην αγορά επικρατούσε αναρχία. Όλο αυτό αποτελεί την πολιτική σαλάτα των ελλήνων καμαρωτών και καπετάνιων. Ωστόσο πήρε από το βαπόρι τις 2000 πεσσέτες και διασκέδαζε κάθε μέρα με τα δικά μας χρήματα που του είχαμε αναθέσει, και μας αγόρασε μεταλλικά νερά, γιατί το νερό του βαποριού ήτανε αδύνατο να το πιει κανείς. Όσο για το κρέας που τρώγαμε πλησίαζε το λάστιχο και για να το κόψεις χρειαζόσουνα πριόνι.

Για να δικαιολογηθούν καπετάνιοι και καμαρώτοι, μπορείς ν’ άκούσεις στα βαπόρια τα πιο απίθανα, μπορούν να σου πουν καλοκαίρι στην Ισπανία ότι δεν έχει φρούτα, γιατί έπεσε χαλάζι και περονόσπορος, στη Γερμανία ότι δεν βρήκαν μπύρες ν’ αγοράσουν, στην Αργεντινή δεν βρήκαν φρέσκο κρέας κι ένα σωρό ψευτιές. Έτσι κι οι δικοί μας ξέρανε καλά τά παραμύθια τους.

Εδώ όμως αρχιζει και η δικιά μας αντίδραση, ενάντια σ’όλα τα στραβά. Ο ένας άρχισε να διαμαρτύρεται για το φαγητό, ο άλλος για την καθαριότητα στις καμπίνες, άλλος για το πόσιμο νερό, τη μια μέρα, και άλλος την άλλη μέρα για άλλα. Μαζί με όλα τα στραβά βρίσκουμε μια μέρα, σκουλήκια στο κακάο. Για όλ’ αυτά ο καμαρώτος βρίσκει τη δικαιολογία, ότι για το φαγητό φταίει ο μάγειρας. Πώς ήταν δυνατόν ο έρημος, το κατεψυγμένο κρέας να το κάνει φρέσκο. Η Ισπανία ξαφνικά έχει κακά νερά, και μπορεί να ‘χει, αλλά σίγουρα δεν έχει σκουριές. Οι δεξαμενές του πλοίου δεν είχανε περάσει ούτε μια φορά από επιθεώρηση στο διάστημα των τριών χρόνων που το είχανε αγοράσει οι δικοί μας από τους Σκανδιναβούς.

Στην Ισπανία μείναμε 4-5 μέρες και φορτώσαμε τσιμέντα για τη Νιγηρία. Μέρα με τη μέρα άρχιζαν να ξεχωρίζουν ή ήρα από το στάρι, δεν άργησε να έμφανιστεί η σπείρα των χαφιέδων του καπετάνιου, ο γραμματικός, ο Α’ μηχανικός και ο καμαρώτος. Από την άλλη πλευρά άρχισε το πλησίασμα των δυσαρεστημένων. Σιγά – σιγά έννιωθε περισσότερη εμπιστοσύνη ο ένας στον άλλον. Η σπείρα των χαφιέδων προσπαθούσε συνέχεια με τις γνωστές μεθόδους να μας σπάσει, δηλαδή άρχισαν να κατηγορούν στον έναν τον άλλο,για να πετύχουν να βάλουν τους μισούς να ρουφιανεύουν τους άλλους μισούς.

(Σημ. του «Πεζοδρομίου»: Το κείμενο σταματά απότομα. Τα υπόλοιπα χειρόγραφα έχουν χαθεί)…[…]

Ντοκουμέντο δεύτερο

Αποσπάσματα από το ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΩΝ ΣΤΑΣΙΑΣΤΩΝ

Κρατητηρια της Policia Maritima του Ρίο Ιανεριο

16.1.77: «Αφιξη στό Rio De Janeiro. […]

31.1.77 ώρα 17.20: Ο καπετάνιος με συνοδεία δύο αστυνομικούς με πολιτικά και ο ατζέντης ειδοποιεί το Β’ μηχανικό σε 5’λεπτά να εγκαταλείψει το πλοίο. Το υπόλοιπο πλήρωμα συμπαρίσταται στο Β’ μηχανικό.

17.30: Ένοπλοι αστυνομικοί έξω από το πλοίο.

17.32: Σηκώσαμε τη σκάλα.

18.00: Βάλαμε την ελληνική σημαία και πανώ «Νόμος είναι το δίκιο του εργάτη» και «ESTAMOS EM GREVE».

20.00: Βάλαμε το πανώ «M/V 0ΥΡΙΝΧΕ ΜΑΙΝΧ0Φ».

21.00: Ήρθε ο πρόξενος συζητήσαμε και έφυγε στις 01.30 της 1.2.77.

1.2.77 ώρα 02.20: Πυροσβεστική πλησίασε το βαπόρι και ισχυρές δυνάμεις κομάντος. 02.30: Επίθεση των κομάντος.

02.32: Κράτηση των ηλεκτρομηχανών. Από 02.30 έως 06.30 είχαμε συλληφθεί όλοι και μας έβαλαν σε κλούβες στο πόρτ-μπαγκάζ.

07.00: Κρατούμενοι στα κεντρικά κρατητήρια της Federal Police. Κρατητήρια 3X3 με τουαλέτα στη μια γωνία και ντουζ.

7.2.77: Απόγευμα μας πήραν πάλι φωτογραφίες για να βγάλουν διαβατήρια. Το βράδυ δεν φάγαμε αρχίζοντας απεργία πείνας.

10.2.77: Διακοπή της απεργίας πείνας, άφου ο πρόξενος μας υποσχέθηκε ότι το Σάββατο φεύγουμε γιαα Ελλάδα.

11.2.77: Γράφει ο Β’μηχανικός Παναγιώτης Λιβερέτος: «Σήμερα στα κρατητήρια της Federal Police στην Piazza Qinze είμαστε μόνο έννέα άτομα, λείπουν οι Χαροκόπος Αντώνης, Μήτρου Φώτης, Βενετσάνος Γιώργος και Λύκος Γιώργος. Ρωτάμε συνέχεια τι γίνονται, μας απαντάνε ότι βρίσκονται στα κρατητήρια της Ναυτικής αστυνομίας. Δεν είμαστε καθόλου ήσυχοι γιατί δεν πιστεύουμε καθόλου στους φασίστες. Ξέρουμε ότι άλλα λένε, άλλα έννοουν, άλλα κάνουν. Για παράδειγμα χθες ο πρόξενος που μας επισκέφτηκε ισχυρίστηκε ότι έξω από το βαπόρι είχαμε πανώ με τό όνομα του Φιντέλ Κάστρο, ενώ δεν είδε άστυνομικούς οπλισμένους έξω από το βαπόρι. Αυτό το τελευταίο, πώς είχαμε δηλαδή πανώ με το όνομα του Φιντέλ Κάστρο μας κάνουν να πιστεύουμε πως κάποια δίκη μας στήνουν εδώ κάτω. Κάνουμε διάφορες υποθέσεις. Μερικοί πιστεύουμε ότι το Σάββατο μας στήνουν δίκη, και το ότι μας είπανε ότι φεύγουμε για την Ελλάδα το είπαν για να φάμε και να πάμε στη δίκη. Συζητάμε τι στάση θα κρατήσουμε στο δικαστήριο, λέγονται διάφορες γνώμες,αλλά καταλήγουμε ότι το πιο αξιοπρεπές είναι να μη μιλήσουμε καθόλου μιας και ό,τι και να πούμε η ποινή θα είναι προκαθορισμένη. Μετά σκεφτόμαστε, σε τι είδους φυλακές θα μας πάνε. Στην είσοδο του λιμανιού είναι ένα νησάκι όπου βρίσκονται οι φυλακές. Ακόμα στο λιμάνι αριστερά από την Πιάτσα Μάκκα, εκεί που ήτανε το βαπόρι μας, είναι ο ναύσταθμος, και σε ένα υψωματάκι του ναύσταθμου είναι και ‘κει φυλακές. Πάντως οι περισσότεροι από μας πιστεύουν ότι θα μας πάνε στο νησάκι. Εκεί πρέπει να είναι οι φυλακές για τους πολιτικούς κρατούμενους. Στή συνέχεια σκεφτόμαστε όλοι μας και πως θα αποδράσουμε. Λέμε πώς αν αύριο δεν φύγουμε, σημαίνει ότι θα μας δικάσουν. Καταστρώνω το δικό μου σχέδιο απόδρασης…[…]

Ευτυχώς τους επιτράπηκε να γυρίσουν πίσω όπου η δίκη τους θα γινόταν σε ελληνικό έδαφος. Όμως, στα δικαστήρια στήθηκε άλλη μία υπόθεση από την αντίπαλη πλευρά δια μέσου του «μαρξιστή δικηγόρου Παναγιώτη Βρεττού» (όπως χαρακτηριστικά αναφέρει και το πεζοδρόμιο) όπου εκπρωσοπούσε την πλοιοκτήτρια εταιρεία…)

 

7):ο ναυτικός Παναγιώτης Ε. Λιβερέτος(1947-1977), που αγωνιζόταν να βελτιωθούν οι συνθήκες διαβίωσης των πληρωμάτων, τα έβαλε με εφοπλιστές, συμμετείχε σε κατάληψη πλοίου στη Βραζιλία και αυτοπυρπολήθηκε 30 χρόνων στο σπίτι του στο Μπραχαμι, έχοντας το προηγούμενο βράδυ χαιρετήσει έναν έναν όλους τους ανυποψίαστους φίλους του στην πλατεία Εξαρχείων…)

 

8):«Και τη στιγμή που η δομή, η ύπαρξη της εξουσίας των εκμεταλλευτών στηρίζεται καθαρά πάνω στη βία δεν αναγνωρίζουν σε μας ούτε τη στοιχειώδη αυτοάμυνα. Θέλουν να μας επιβάλουν έναν τρόπο ύπαρξης που αν τον δεχτούμε πιστεύω ότι δεν θα έχουμε κανένα δικαίωμα να λεγόμαστε άνθρωποι. Στη συνέχεια, όποιος αμφισβητεί αυτό το καλούπι κινδυνεύει να βρεθεί στη φυλακή. Χειρότερο πάντως από τη γυμνή βία της εξουσίας είναι η προπαγάνδα της, η ψυχολογική βία, αυτή που θέλει να σε πείσει εσένα τον ίδιο ότι είσαι κατηγορούμενος».

Παναγιώτης Ε. Λιβερέτος

 

Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο ΠΑΛΕΥΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΑ ΚΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΞΟΥΣΙΑΣ – ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ Ε. ΛΙΒΕΡΕΤΟΣ(1947-1977)

Comments are closed.